παραβάλλω


παραβάλλω
παρα-βάλλω, (1) bei einem hinwerfen, vorwerfen, z. B. den Tieren Futter. Auch vorhalten, zeigen u. dadurch anlocken; (2) daneben, zur Seite hinwerfen; dah. beim Würfelspiel, daneben, dagegen setzen, u. übertr., aufs Spiel setzen, wagen; τοῖς ὅλοις, alles aufs Spiel setzen; betrügen, täuschen; (3) nebeneinander stellen, vergleichen; ἀπάτα δ' ἀπάταις ἑτέραις ἑτέρα παραβαλλομένα, an die Seite gestellt, vergolten; (4) auf die Seite werfen, seitwärts drehen; τὴν κεφαλήν, den Kopf wohin richten; (5) bei einem niederlegen, ihm etwas anvertrauen; τὰ τέκνα παραβάλλεσϑαι, sich gegenseitig seine Kinder anvertrauen; (6) intrans., sich nähern, herangehen; bes. sich zu Schiffe nähern, übersetzen; transit., ναῠς παραβάλλεινἰς Ἰωνίαν, die Schiffe nach Ionien übersetzen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παραβάλλω — throw beside pres subj act 1st sg παραβάλλω throw beside pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάλλω — παραβάλλω, παρέβαλα βλ. πίν. 146 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παραβάλλω — ΝΜΑ παραθέτω για σύγκριση, συγκρίνω, παραλληλίζω (α. «δεν μπορώ να παραβάλω την εργασία τους, γιατί είναι και τών δύο άριστη» β. «παραβαλόντες οὖν παρ ἀλλήλους σκεψώμεθα», Πλάτ.) μσν. αρχ. προσφέρω κάτι σε κάποιον ως δόλωμα για να τόν προσελκύσω… …   Dictionary of Greek

  • παραβάλλω — παράβαλα, παραβλήθηκα, παραβλημένος, συγκρίνω, παραλληλίζω: Τα αντίγραφα πρέπει να παραβάλλονται πάντοτε προς το πρωτότυπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραβάλῃ — παραβάλλω throw beside aor subj mp 2nd sg παραβάλλω throw beside aor subj act 3rd sg παραβά̱λῃ , παραβάλλω throw beside aor subj mid 2nd sg (doric) παραβά̱λῃ , παραβάλλω throw beside aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβαλοῦσιν — παραβάλλω throw beside aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παραβάλλω throw beside fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) παραβάλλω throw beside fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβεβλημένα — παραβάλλω throw beside perf part mp neut nom/voc/acc pl (epic) παραβεβλημένᾱ , παραβάλλω throw beside perf part mp fem nom/voc/acc dual (epic) παραβεβλημένᾱ , παραβάλλω throw beside perf part mp fem nom/voc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάλετε — παραβάλλω throw beside aor imperat act 2nd pl παραβά̱λετε , παραβάλλω throw beside aor subj act 2nd pl (epic doric) παραβάλλω throw beside aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάλλεσθε — παραβάλλω throw beside pres imperat mp 2nd pl παραβάλλω throw beside pres ind mp 2nd pl παραβάλλω throw beside imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάλλετε — παραβάλλω throw beside pres imperat act 2nd pl παραβάλλω throw beside pres ind act 2nd pl παραβάλλω throw beside imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάλλῃ — παραβάλλω throw beside pres subj mp 2nd sg παραβάλλω throw beside pres ind mp 2nd sg παραβάλλω throw beside pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.